Μην κάθεστε:Μπροστά απο ταύρο,πίσω απο μουλάρι δίπλα σε βλάκες....Είναι επικίνδυνο.!!!

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Πως κατάφερε να γίνει Διευθύντρια


Στο Video πρόκειται για μια μουγκή γυναίκα η οποία
παρόλα αυτά κατάφερε να γίνει Διευθύντρια
υποκαταστήματος.
Ο δημοσιογραφος την ρωτάει πως τα κατάφερε και
αυτή................απαντάει!

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Hunting On One Breath

Αναμνήσεις – Καρπενήσι – Χριστούγεννα 1973


Υπάρχει μια σίγουρη συνταγή για να γλιτώσετε τη γκρίνια της γυναίκας σας όταν φεύγετε για κυνήγι. Να κάνετε τον αδελφό της κυνηγό και να τον παίρνετε μαζί.. Εγώ με αυτό το κόλπο και τα ταξίδια μου έκανα τον Αύγουστο για τρυγόνια και τις Κυριακές την κοπάναγα.. Αν δεν έχει την πατήσατε.
Τα Χριστούγεννα του 1973 προς 74 μας κάλεσαν κάτι φίλοι στο Καρπενήσι. Η γυναίκα μου ήταν έγκυος στο πρώτο μας παιδί και ο γιατρός της μουρμούραγε να μην κάνει το ταξίδι.. Εμείς τον διαβεβαιώσαμε ότι θα προσέχουμε, αλλά άμα του είπαμε ότι το αυτοκίνητο που έχουμε ήταν μάρκας βάτμπουργκ κούναγε το κεφάλι του. Η αλήθεια είναι ότι κάπνιζε πιο πολύ και από καμινάδα της Μεγαλόπολης, αλλά το καημένο πάντα χάλαγε όταν γυρίζαμε από ταξίδι. Έμπαζε και από τις πόρτες, γι’ αυτό συνήθως εάν περνούσαμε από χωματόδρομο, παίρναμε το χρώμα του χώματος.. Όταν δε πηγαίναμε στην Κλειτορία, πριν στρωθεί άσφαλτος ο δρόμος των Καλαβρύτων που ήταν κοκκινόχωμα, γινόμαστε σαν ινδιάνοι.. Πάντως είχαμε κάνει του κόσμου τα χιλιόμετρα, αλλά το πουλήσαμε όταν μας έφυγε η ρόδα , στη διασταύρωση της Λαμίας, γυρνώντας από κυνήγι.
Προπαραμονή μεσημέρι φορτώσαμε με τον κουνιάδο την έγκυο και την αρραβωνιαστικιά του, πήραμε όπλα και φυσίγγια και δρόμο για Καρπενήσι. Είχαμε και πληροφορία ότι έχει γερακότσιχλες και κάναμε όνειρα.. Σκύλο δεν πήραμε μαζί γιατί θα μέναμε σε ξενοδοχείο. Την παραμονή μετά το πρωινό πήραμε τα όπλα και αφού μας έδωσαν διαταγή να μην αργήσουμε, βγήκαμε λίγο πιο έξω από την πόλη, στην αριστερή μεριά όπως ερχόμαστε από Αθήνα. Το λεω αυτό γιατί παρακάτω θα δείτε τι έγινε. Το μέρος εκεί είχε δέντρα, πυκνούρες, βάτους και γενικά από όλα τα καλά. Είχε όμως και γερακότσιχλες και μάλιστα πολλές. Ανοιχτήκαμε στα γρήγορα και πιάσαμε καρτέρια. Όμως γαμώτο, μια έβρισκα, δυο έχανα. Ο κουνιάδος μου δεν έχανε καμία. Μου την έδινε κιόλας, γιατί μου έκανε και πλάκα, το στραβάδι. Το μεσημέρι γυρίσαμε , φάγαμε στα γρήγορα και ξανά δρόμο. Είχαμε και κάτι μουρμούρες από την μνηστή, Ήθελε μεσημεριάτικο χουζούρι, αλλά ποιος την άκουγε. Την καλμάρισε βέβαια η αρμαθιά με τα πουλιά και η γυναίκα μου και το σκάσαμε. Το απόγευμα πάλι τα ίδια.. Τι στο καλό μάτι έχω; Στο μεταξύ ψάχνοντας να βρω τα σκοτωμένα περνούσαν από πάνω ατουφέκιστες. Διπλό το κακό. Πάντως οι πουλιάστρες είχαν γεμίσει, αλλά εγώ σκεφτόμουν τα χαμένα. Μετάνιωσα που δεν πήρα το σκυλί μαζί.
Λες και είχα χώρο να το βάλω. Το σκεφτόμουν περισσότερο για παρηγοριά. Την άλλη ημέρα πρωί-πρωί με βιαστικό πρωινό, μουρμούρα από τη μνηστή και εντολή να γυρίσουμε γρήγορα την κοπανήσαμε. Είχαν και ένα δίκιο γιατί το μεσημέρι λόγω γιορτής, θα τρώγαμε στο σπίτι των φίλων, με γονείς, σόγια κλπ. Άμα όμως ακούς τις τσίχλες , τσικ-τσικ-τσικ, ξεχνάς και γιορτές και γυναίκες.. Σήμερα ήμουν πιο τυχερός άλλαξα πόστο και πήγα σε ένα πιο καθαρό. Ευτυχώς δεν έχασα καμιά. Έκανα το σταυρό μου. Θες να άλλαξε η τύχη μου. Φυσικά γυρίσαμε λίγο!!! καθυστερημένα.
Φάγαμε κατσάδα και με την ψυχή στο στόμα, ανεβήκαμε δεν ξέρω και εγώ πόσα σκαλιά, με την έγκυο να ξεφυσά, τη μνηστή να γκρινιάζει και τους φίλους να κοιτούν τα ρολόγια τους. Τι φταίγαμε εμείς που δεν πήγαινε το αυτοκίνητο κοντά στο σπίτι. Η ώρα πέρασε ευχάριστα, είναι μια καλή ώρα , να πηγαίνουμε να ξαπλώσει και λίγο η έγκυος. Στο ξενοδοχείο η μνηστή έθεσε βέτο. Τέρμα το κυνήγι. Έχει χουζούρι. Εντάξει εσείς. Εγώ;
Πήρα τα σύνεργα μου και την κοπάνησα. Σε λίγο θα νύχτωνε. Ίσα που προλάβαινα να ρίξω καμιά τουφεκιά.. Δεν πήγα όμως στο ίδιο μέρος πήγα απέναντι.
-Θα κάνω μια παρένθεση να σας πω ότι έχω ένα χούι. Όπου μπλέξιμο και μέσα. Πάω κυνήγι, φεύγω μια χαρά και γυρίζω με σκισμένο παντελόνι γεμάτος γραντζουνιές και με αγκάθια στα πόδια . Όπου δύσβατο εγώ μέσα..-
Έτσι και τώρα. Η απέναντι πλευρά ήταν μια μεγάλη έκταση τελείως ανοικτή, λίγο ανηφορική, σπαρμένη γεμάτη πέτρες, αλλά πολλές πέτρες, λες και ήταν από νταμάρι, που κατέληγε στο δάσος με τα έλατα. Που και που είχε κάποιο δεντράκι. – σε αυτό το μέρος μετά από μια δεκαετία που ξανά-πήγα, για να πάρω πέρδικες από το εκτροφείο, είχαν χτιστεί σπίτια.-
Παραπατώντας και με σκουντούφλες τραβούσα για τα έλατα. Όμως ένας με ένα γκέγκικο έψαχνε λαγό και για να μη τον ενοχλήσω σταμάτησα. Έκανα να γυρίσω πίσω, όταν είδα να ανεβαίνει από τον κάμπο ένα μαύρο σύννεφο. Τι είναι αυτό ;
Χιλιάδες γερακότσιλες έρχονταν προς τα έλατα. Είχα ξανά-δει άλλη μια φορά στην Εύβοια τόσα πολλά πουλιά, αλλά ψαρόνια. Γερακότσιχλες ποτέ και ούτε είχα ακούσει. Περνούσαν από πάνω μου σε μια απόσταση οριακή, με ένα θρόισμα, όπως κάνουν τα δέντρα όταν φυσάει. Ανατρίχιασα. Άρχισα να ρίχνω στο σωρό χωρίς να σκοπεύω. Γέμιζα και έριχνα. Με είχε πιάσει αμόκ. Ούτε καταλάβαινα τι έκανα. Πουλιά έπεφταν δεξιά και αριστερά. Τα 52 φυσίγγια που είχε το γιλέκο, τελείωσαν σε λίγα λεπτά. Τότε μόνο κατάλαβα τι είχα κάνει και προσπάθησα να βρω κανένα πουλί. Όμως έτσι όπως ήταν οι πέτρες , η μια πάνω στην άλλη, άφηναν κενά και τα πουλιά έπεφταν μέσα στις τρύπες. Δεν βρήκα ούτε μια. Στο μεταξύ είχε σουρουπώσει. Έκατσα σε μια πέτρα και από την τσαντίλα μου, έβαλα τα κλάματα.
Την άλλη μέρα το πρωί τα μαζέψαμε και δρόμο για την βάση μας. Βάλαμε τα πουλιά σε μια κούτα και μετρώντας τις, ήταν 107. Τα 2/3 σχεδόν τα είχε κάνει ο κουνιάδος μου. Σκεφτόμουν, πόσες άραγε να είχα χάσει; Σίγουρα ήταν πολλές.
Στο σπίτι είχαμε άλλο πρόβλημα. Ποιος θα τις μαδήσει. Ούτε η μάνα ούτε η πεθερά είχαν διάθεση. Οι γυναίκες μας, κοιτούσαν τα άστρα και από πάνω μας έκαναν και παρατήρηση. Γιατί να σκοτώσουμε τόσες πολλές; Τώρα τι κάνουμε; Βρέθηκε η λύση. Πάρτε μανάδες από μια ντουζίνα και κάντε καλά.. Οι υπόλοιπες πήγαν στην ταβέρνα..
Στου Μακρυγιάννη δίπλα στη χωροφυλακή, ήταν μια ταβέρνα που πολλές φορές, επειδή ήταν κοντά στο εργαστήριο μας, πηγαίναμε και πίναμε κανένα μισόκιλο. Είχε και κάτι κιθαρίστες που έπαιζαν καντάδες. Εκεί πήγα και βρήκα τον ταβερνιάρη. – είσαι; του λεω. Μισά-μισά. Θα μας τις φτιάξεις, θα πάρεις τις μισές. και θα χρεώσεις τα ψηστικά. Άλλο που δεν ήθελε. Οι τσίχλες έγιναν κοκκινιστές, μαζέψαμε την παρέα, ήπιαμε τα κρασιά μας , ρίξαμε και τα τραγούδια μας και εις άλλα με υγεία.

ΥΓ. εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε όριο κάρπωσης. Γι’ αυτό μη βιασθείτε να μας κατακρίνετε. Όμως ούτε και ξανά – κάναμε αυτά τα νούμερα.
Τέλος

Τον σκύλο ρεεεεε!!!

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Κοπή πίτας Α.Ο. Φοίνικα Σύρου

Συνελήφθη όρνεο ως κατάσκοπος


Στη σύλληψη κατασκόπου προχώρησαν οι Αρχές της Σαουδικής Αραβίας, καθώς είχαν πληροφορίες ότι δούλευε για τη Μοσάντ - τη μυστική υπηρεσία του Ισραήλ.
Ο κατάσκοπος ήταν ένα όρνεο το οποίο μπήκε στον εναέριο χώρο της Σαουδικής Αραβίας έχοντας ειδικό τσιπάκι GPS με τη σφραγίδα του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ.
Το πτηνό απελάθηκε και επέστρεψε στο Ισραήλ.
Realnews


Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Άνεργοι Δημοσιογράφοι: ΚΤΗΝΗ ΚΥΝΗΓΟΙ ΤΙ ΣΑΣ ΕΦΤΑΙΞΕ Η ΑΛΕΠΟΥΔΙΤΣΑ?


Άνεργοι Δημοσιογράφοι: ΚΤΗΝΗ ΚΥΝΗΓΟΙ ΤΙ ΣΑΣ ΕΦΤΑΙΞΕ Η ΑΛΕΠΟΥΔΙΤΣΑ?:
Καταλάβατε γιατί θα μείνουν για πάντα άνεργοι;;;
Μ'αυτά τα μυαλά που κουβαλάνε πως να βρούνε δουλειά!!!
Αμέσως να κατηγορήσουν τους κυνηγούς ελαφρά την καρδία.
Ρε μάγκες που το ξέρετε ότι ήταν κυνηγός ο θύτης;;;
Δεν μπορεί κάποιος αγρότης να την παγίδευσε και να την σκότωσε;;;
Αντε να μάθετε να ξεχωρίζετε τον γλάρο απο την κουρούνα και τα ξαναλέμε.
Ανεργοι εεεεε Ανεργοι

Λαγός κολυμβητής

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Τι έφαγε αυτό το σαλάχι




Κι όμως οι άνδρες δεν απιστούνε μόνο για το SEX


Στο νέο του βιβλίο ‘’ Η αλήθεια για την απιστία’’ ο Gary Neuman αποσαφηνίζει τις αιτίες της ανδρικής απιστίας: Προφανώς δε γίνονται όλα απλά και μόνο για το σεξ.

Ο γνωστός ψυχοθεραπευτής πήρε συνέντευξη από 100 πιστούς και 100 άπιστους συζύγους για διάστημα πάνω από δύο χρόνια και κατέληξε σε ορισμένα ανησυχητικά στατιστικά στοιχεία: το 93 % των άπιστων συζύγων δεν θα το ομολογούσαν ποτέ και το 81 % θα το αρνούνταν ακόμη κι αν τους πίεζαν να το παραδεχτούν. Το 77 % έχουν ένα στενό φίλο που ξέρουν ότι έχει απιστήσει κατ’ εξακολούθηση.

Παράλληλα ο Neuman διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι άνδρες δεν απιστούν μόνο για το σεξ ούτε βρίσκουν τις ερωμένες τους πολύ περισσότερο ελκυστικές από τις συζύγους τους αλλά αισθάνονται πιο αγαπητοί και ερωτεύσιμοι μαζί τους-ειδικά όταν η σχέση με τη σύζυγό τους περνάει κρίση

Η άλλη όψη του PS

ΤΥΠΟΣ ΚΥΝΗΓΙ

10 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ...!!!

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

ΚΟΙΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΑ



Όταν κοιτάζει ένας άντρας ένα γυναικείο στήθος, του αυξάνεται η σωματική υγεία αλλά και ο μέσος όρος ζωής του. Αυτό προκύπτει ύστερα από επιστημονικές έρευνες που έγιναν στην Γερμανία...


Ύστερα από έρευνα που έγινε σε πάνω από 200 άντρες, διαπιστώθηκε ότι κοιτάζοντας ένα γυναικείο στήθος γύρω στα 10 λεπτά την ημέρα, είναι τόσο υγιές όσο μισή ώρα γυμναστικής. Ενώ πέφτει η πίεση, λιγοστεύουν οι πιθανότητες για καρδιακό επεισόδιο και μειώνονται οι παλμοί της καρδιάς.
Η σεξουαλική διέγερση που προκαλείται κοιτάζοντας ένα ωραίο γυναικείο στήθος, κάνει τους άντρες να ζούνε περισσότερο, σε σχέση με αυτούς που δεν σηκώνουν το κεφάλι τους να δούνε. Ο μέσος όρος ζωής τους αυξάνεται 4 με 5 χρόνια κατά μέσο όρο.

Οπότε μην φοβάστε να κοιτάζεται μια γυναίκα στο στήθος επίμονα, αν σας κάνει παρατήρηση υπάρχει πλέον και επιστημονική απάντηση: θα ζήσω περισσότερο όσο σε κοιτάζω.!!!!

Foinikas - Odysseas

Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ


Πάρα πολύ καλο!!!!

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Στο Αεροπλανο...!!!

Κατά τη διάρκεια της πτήσης από Αθήνα προς Λονδίνο ο πιλότος καλωσορίζει
τους επιβάτες:
"Αγαπητοί επιβάτες σας μιλάει ο πιλότος βρίσκεστε στη πτήση 220 για Λονδίνο.
Ο καιρός είναι θαυμάσιος και ... ... ... πρόσεχε .... ... πρόσεχε θα πέσει!
Ω Θεέ μου!" Σιωπή.
Μετά από πέντε λεπτά ακούγεται και πάλι ο πιλότος να ανακοινώνει:
"Συγνώμη για πριν που σας τρόμαξα αλλά μια απρόσεκτη αεροσυνοδός
έριξε τον καφέ πάνω μου.
Δεν μπορείτε να φανταστείτε πως έγινε το παντελόνι μου από μπροστά".
Και τότε ακούγεται ένας επιβάτης να λέει:
"Που να δεις πως έγινε το δικό μου από πίσω".

Η ΠΟΝΤΙΚΟΠΑΓΙΔΑ...!!!



Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε
> > από την τρυπούλα του τον αγρότη
> > και τη γυναίκα του που
> > ξεδίπλωναν ένα πακέτο.
> >
> > Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε
> > εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε.
> >
> > Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν
> > το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο
> > μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε όταν
> > διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια
> > ποντικοπαγίδα!

> > Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον
> > αχυρώνα για να ανακοινώσει το
> > φοβερό νέο!:
> > -Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο
> > σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα
> > στο σπίτι!
> >
> > Η κότα κακάρισε, έξυσε την
> > πλάτη της και σηκώνοντας το
> > λαιμό της είπε:
> > "Κύρ Ποντικέ μου,
> > καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί
> > πρόβλημα για σας. Αλλά δεν βλέπω
> > να έχει καμιά επίπτωση σε μένα!
> > Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η
> > ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"
> >
> > Το ποντικάκι γύρισε τότε
> > στο γουρούνι και του φώναξε:
> >
> > "Έχει μια ποντικοπαγίδα
> > στο σπίτι! Έχει μια
> > ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"
> >
> > Το γουρούνι έδειξε συμπόνια
> > αλλά απάντησε:
> > "Λυπάμαι πολύ κυρ ποντικέ
> > μου αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα
> > άλλο από το να προσευχηθώ. Να
> > είστε σίγουρος δε, ότι θα το κάνω.
> > Θα προσευχηθώ."
> >
> > Τότε το ποντίκι στράφηκε
> > προς την αγελάδα και της φώναξε
> > κρούοντας τον κώδωνα του
> > κινδύνου:
> > "Έχει μια ποντικοπαγίδα
> > στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα
> > στο σπίτι!"
> > Και η αγελάδα απάντησε:
> >
> > "Κοιτάξτε, κύριε ποντικέ
> > μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο
> > που
> > διατρέχετε, αλλά εμένα η
> > ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί
> > να μου κάνει, είναι μια
> > διπλωματίτσα στην κοιλιά μου!
> >
> > Έτσι, ο καλός μας
> > ποντικούλης, έφυγε με
> > κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος
> > και απογοητευμένος γιατί θα
> > έπρεπε μόνος του να
> > αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της
> > ποντικοπαγίδας!
> >
> > Την επόμενη νύχτα,έ νας
> > παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το
> > θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα
> > όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα
> > του αγρότη που έτρεξε να δει τι
> > συνέβη αλλά μέσα στη νύχτα, δεν
> > πρόσεξε πως την παγίδα πιάστικε
> > από την ουρά ένα φίδι ....
> >
> > Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε
> > τη γυναίκα.
> > Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα
> > και την πήγε στο νοσοκομείο.
> >
> > Αλλίμονο όμως, την έφερε
> > στο σπίτι με ένα πολύ υψηλό
> > πυρετό.
> > Ο γιατρός τον συμβούλεψε να
> > της κάνει ζεστές σουπίτσες κι
> > έτσι ο
> > αγρότης έσφαξε την κότα για
> > να κάνει μια καλή κοτόσουπα αφού
> > όλοι ξέρουμε πως στον πυρετό
> > δίνουμε κοτόσουπες!
> > Αλλά η αρρώστεια της
> > γυναίκας πήγαινε από το κακό στο
> > χειρότερο και όλοι οι γείτονες
> > ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν.
> >
> > Ο καθένας με τη σειρά του
> > καθόταν στο προσκεφάλι της
> > γυναίκας 24 ώρες το 24ωρο.
> >
> > Για να τους ταισει όλους
> > αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να
> > σφάξει το γουρούνι !
> >
> > Τελικά όμως η γυναίκα δε τη
> > γλύτωσε! Πέθανε!
> > Στη κηδεία της ήρθε πάρα
> > πολύς κόσμος γιατί ήταν πολύ
> > καλή γυναίκα και την αγαπούσαν
> > όλοι.
> > Για να φιλοξενήσει όλον
> > αυτόν τον κόσμο ο αγρότης
> > αναγκάστηκε να σφάξει την
> > αγελαδα του......
> >
> > Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε
> > όλο αυτό το πήγαιν'έλα από την
> > τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη
> > θλίψη.......
> >
> > Γιαυτό και σεις, την επόμενη
> > φορά που κάποιος σας πει ότι έχει
> > ένα μικρό πρόβλημα-μεγάλο γι
> > αυτόν- και που ίσως εσας δε σας
> > πολυαφορά, θυμηθείτε πως όταν
> > καποιος από το περιβάλλον μας
> > κινδυνεύει, βρισκόμαστε και μεις
> > σε κίνδυνο!
> >
> > Είμαστε όλοι συνεπιβάτες
> > σ'αυτό το πλοίο που το λένε ζωή!
> > Ας έχουμε ανοιχτά τα μάτια και
> > τ'αυτιά μας και ας κάνουμε μια
> > προσπάθεια να συμπαραστεκόμαστε
> > ο ένας στον άλλο.
> >
> > Ο καθένας μας αποτελεί τον
> > κρίκο της ίδιας αλυσίδας,
> > είμαστε απαραίτητες ίνες του
> > ίδιου υφάσματος. Και άν ένα μέρος
> > του υφάσματος χαλάσει,
> > κινδυνεύει να σχιστεί όλο το
> > ύφασμα....

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Πως να κάνετε μια γυναίκα ευτυχισμένη ..!!..αλλα κι εναν ανδρα...!!!

Δεν είναι δύσκολο να κάνετε μια γυναίκα ευτυχισμένη. Ο άντρας πρέπει μόνο να είναι:

1. Φίλος
2. Σύντροφος
3. Εραστής
4. Αδελφός
5. Πατέρας
6. Κυρίαρχος
7. Μάγειρας
8. Ηλεκτρολόγος
9. Ξυλουργός
10. Υδραυλικός
11. Μηχανικός
12. Διακοσμητής
13. Στυλίστας
14. Σεξολόγος
15. Γυναικολόγος
16. Ψυχολόγος
17. Να εξαφανίζει τα έντομα
18. Ψυχίατρος
19. Θεραπευτής
20. Καλός ακροατής
21. Οργανωτικός
22. Καλός πατέρας
23. Πολύ καθαρός
24. Συμπονετικός
25. Αθλητικός
26. Θερμός
27. Προσεκτικός
28. Γενναίος
29. Έξυπνος
30. Αστείος
31. Δημιουργικός
32. Τρυφερός
33. Δυνατός
34. Συγκαταβατικός
35. Ανεκτικός
36. Συνετός
37. Φιλόδοξος
38. Ικανός
39. Θαρραλέος
40. Αποφασιστικός
41. Αληθινός
42. Αξιόπιστος
43. Παθιασμένος
44. Ελεήμων

ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΞΕΧΝΑ:

45. Να της κάνει τακτικά κομπλιμέντα
46. Να αγαπάει τα ψώνια
47. Να είναι έντιμος
48. Να είναι πολύ πλούσιος
49. Να μην την καταπιέζει
50. Να μην κοιτάζει άλλες

ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ:

51. Να την προσέχει πολύ, χωρίς να περιμένει ανάλογη προσοχή
52. Να της δίνει χρόνο, ειδικά χρόνο για τον εαυτό της
53. Να της δίνει χώρο, χωρίς ποτέ να ανησυχεί πού πηγαίνει

ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ:

54. Να μην ξεχνάει ποτέ:
* γενέθλια
* επετείους
* το πρόγραμμά της


ΠΩΣ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΕΝΑΝ ΑΝΤΡΑ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ


1. Αφήστε τον ήσυχο !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Ο αρακάς


Εεεε μας τα έπρηξε το αμερικανάκι.

Παιχνιδάκι Ricochet Kills 2


Για να περνά η ώρα ΕΔΩ

ΣΤΑΤΙΚΟΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΣ


Το πρόβλημα δημιουργήθηκε από τον ΣΤΑΤΙΚΟ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟ του σώματος της γυναίκας.

ΠΡΟΣΟΧΗ σε περίπτωση που θα γεμίσετε ΜΟΝΟΙ σας το ρεζερβουάρ:
1. Μην μπαινοβγαίνετε στο αμάξι όσο γεμίζετε.
Η τριβή των ρούχων με το κάθισμα, δημιουργεί πρόσθετο στατικό ηλεκτρισμό.
2. Κλείστε εντελώς τη μηχανή του αυτοκινήτου.
3. Κλείστε την πόρτα του αυτοκινήτου όταν βγείτε
και αμέσως ΠΡΙΝ ΑΚΟΥΜΠΙΣΕΤΕ ΤΟ ΠΙΣΤΟΛΕΤΟ ΤΗΣ ΜΑΝΙΚΑΣ ΒΕΝΖΙΝΗΣ,
αγγίξτε κάτι μεταλλικό, ώστε να εκκενωθεί το φορτίο στατικού ηλεκτρισμού που κουβαλάτε.

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

ΧΗΝΕΣ


Κυνήγι που για τα δικά μας δεδομένα είναι όνειρο απατηλό.

Οι Μισθοί των Βουλευτών.

HAPPY PENGUIN

Και στα χιόνια η ρήγισσα των βουνών

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Πάμε για καμιά φάσσα;;;

Ανέκδοτο

Μιά φωνακλού, κακάσχημη, κακιά και ξυνή γυναίκα μπαίνει στα Jumbo με τα δύο παιδιά της, τσιρίζοντας και φωνάζοντάς τους διαρκώς με πολύ ενοχλητικό τρόπο από την είσοδο. Ο σεκιουριτάς στην υποδοχή του Jumbo της λεει χαρούμενα:
"Καλή σας μέρα και καλώς ήλθατε στο κατάστημά μας. Χαριτωμένα παιδάκια έχετε. Δίδυμα είναι;"

Η απαίσια γυναίκα σταμάτησε να φωνάζει ίσα-ίσα για να πεί, "Διάολε δεν είναι δίδυμα. Το μεγαλύτερο είναι 9 και το άλλο είναι 6. Πως σού ρθε ότι είναι δίδυμα; Τυφλός είσαι ή χαζός;"

"Ούτε τυφλός είμαι ούτε χαζός κυρία μου" απάντησε ο επι της υποδοχής.
"Αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάποιος θα σε πήδαγε 2 φορές!"

ΑΠΛΑ ΤΕΛΕΙΟ...!!!

Και που να'ξερε τι την περιμένει

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

ΤΥΠΟΣ ΚΥΝΗΓΙ


Μαχόμενο περιοδικό για μαχόμενους αναγνώστες. Κυκλοφορεί αύριο Τετάρτη 12/1/11 και κάθε Τετάρτη, με τον Ελεύθερο Τύπο. Αν σέβεστε την κυνηγετική σας υπόσταση, μην το χάσετε!

Foinikas Pamvoxaikos stigmiotypa

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Δείτε προσεκτικά






Είναι Euopean Ibex και τους αρέσει να τρώνε τα
βρύα και τις λειχήνες και να γλείφουν το αλάτι από τον τοίχο του φράγματος

Αναμνήσεις... του κ.Βασίλη από την Άνδρο (Μέρος Έκτο) !!!



Αναμνήσεις για παπιά στο λούρο –στρογγυλή.

Δυο τρεις φορές το χρόνο από το Γενάρη και μετά από τηλεφώνημα του βαρκάρη, πηγαίναμε στο Λούρο. Στη στρογγυλή. Εκεί σήμερα έχουν κάνει περιβαλλοντικό κέντρο. Παίρνουν επισκέπτες συνήθως νέους και τους πάνε βόλτα μέσα στο βάλτο. Ξεκινούσαμε περίπου έξη το απόγευμα του Σαββάτου και γυρίζαμε Δευτέρα ξημερώματα. Κάναμε περίπου επτά ώρες να φτάσουμε χώρια η στάση για κανένα σκασμένο λάστιχο, καφέ και κατούρημα. Εκεί λοιπόν έπρεπε να φτάσουμε γύρω στις τρεις τη νύχτα, να πιούμε κανένα ζεστό και να γεμίσουμε το θερμός με άλλο ένα. Ο καφετζής που πάντα ήταν ειδοποιημένος, όπως και ο βαρκάρης, μας περίμεναν. Για εμένα ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα. Όμως αυτή τη φορά είχε χαλάσει η μηχανή και ο βαρκάρης θα μας πήγαινε πιο κοντά από εκεί που τους πήγαινε συνήθως. Ανά τρεις-τρεις μας έβαλε σε ένα μικρό πριάρι και με το κοντάρι μέσα από τους καλαμιώνες μετά από ώρα, που εμένα μου φάνηκε αιώνας, μας έβγαλε σε μια άκρη με κοντό καλάμι. Όταν βγήκα από το πριάρι πήρα βαθιά ανάσα και σκέφτηκα. Αφού δεν πνιγήκαμε σήμερα δεν θα πνίγουμε ποτέ. Με είχαν βάλει ξάπλα ανάσκελά στον πάτο, σ’ ένα πριάρι που ήταν δεν ήταν τρία μέτρα. Ένας είχε κάτσει μπροστά από το κεφάλι μου , ο άλλος στα πόδια μου και πίσω ο βαρκάρης με το κοντάρι. Ευτυχώς που με άφησαν να ανασαίνω. Όμως και αυτή μου την ανάσα κρατούσα, όταν σιγά-σιγά γύριζα το κεφάλι μου και έβλεπα τη στάθμη του νερού να είναι ίσα με την κουπαστή. Πήραμε τα πράγματα μας και με τη βοήθεια του φακού, που πάντα είχαμε μαζί, χωθήκαμε στα καλάμια. Εδώ να σας πω ότι δεν είμαστε και ότι καλλίτερο από φορτίο. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν τα ισοθερμικά και τα ρούχα τα ειδικά για το βάλτο. Αλλά και εάν υπήρχαν, ούτε τα γνωρίζαμε, ούτε να τα αγοράσουμε μπορούσαμε. Μόνο ένας φορούσε φόρμα μέχρι το στήθος και αυτός την είχε φέρει απ’ έξω. Έτσι ότι παλιό, το φορούσαμε στο βάλτο, ντυμένοι σαν ντολμάδες. Η μόνη πολυτέλεια ήταν οι ψηλές μπότες, που έδεναν στη ζώνη, στη μέση. Εκτός αυτού κουβαλούσαμε το γιλέκο που έπαιρνε καμιά πενηνταριά φυσίγγια και άλλα πενήντα το λιγότερο εφεδρεία Γιατί πάντα είχαμε την ελπίδα να πέσουμε σε καλή ημέρα. Μερικοί πιο αισιόδοξοι έπαιρναν πολλά περισσότερα. Βέβαια τις πιο πολλές φορές μαζεύαμε μόνο ήλιο και υγρασία. Το γιλέκο μέσα είχε και ένα θερμός με ζεστό τσάι η καφέ, κολατσιό, τσιγάρα για τις ώρες τις αναμονής, και σε μια νάιλον τσάντα, μια αλλαξιά εσώρουχα και ένα ζευγάρι κάλτσες. Στην περίπτωση που βραχούμε, να έχουμε να αλλάξουμε. μαχαίρι και σκοινί ψιλό αλλά γερό, στην περίπτωση που κάποιος πέσει σε μάτι, να μπορούμε να τον τραβήξουμε. Ίσως σας φανεί αστείο, αλλά εκείνη την ημέρα σώσαμε έναν από άλλη παρέα. Πάντα κρατούσαμε ένα καλάμι ψαρέματος, από αυτά τα σπαστά. Στο πιο χοντρό κομμάτι, στο κάτω μέρος είχαμε στερεώσει δυο ξύλα σε σχήμα σταυρού. Αυτό ήταν το μπαστούνι μας που δοκιμάζαμε το έδαφος όταν περπατούσαμε μέσα στο βάλτο. Το μέρος εκεί είχε πολλά μάτια. και τα καλάμια έπλεκαν από πάνω. Νόμιζες ότι είναι σταθερά και από κάτω ήταν κούφια.. Αυτή η πατέντα σε επόμενη φορά, με έσωσε. Στην άκρη στο καλάμι στο πιο λεπτό σημείο είχαμε στρίψει ένα χοντρό σύρμα σε σχήμα U. Με αυτό πιάναμε από το λαιμό, κανένα παπί που έπεφτε στο νερό. Επίσης χρησίμευε όταν θέλαμε να βρούμε κανένα παπί μέσα στα καλάμια . Καρφώναμε τα δυο κομμάτια και κρεμάγαμε το καπέλο, για να βλέπουμε και να μη χάσουμε το μέρος που είναι τα πράγματα μας. Δίπλα από το καθαριστήριο του Βουζουναρά ήταν ένα μανάβικο. Από εκεί δανειζόμαστε από ένα καφάσι ξύλινο, με επιστροφή φυσικά. Το καφάσι χρησίμευε στο να το βάζουμε πλάκα επάνω στα καλάμια , για να ακουμπάμε τα πράγματα μας, να γλιτώσουμε το βάρος. Πότε- πότε το στήναμε όρθιο και καθόμαστε για λίγο , για ξεκούραση. Οι ώρες ήταν πολλές μέσα στο βάλτο. Ήμαστε σχεδόν μέχρι το γόνατο στο νερό από τις τέσσερις περίπου το πρωί μέχρι τις τρεις το μεσημέρι που θα ερχόταν ο βαρκάρης να μας μαζέψει. Εκείνη την ημέρα είχα πάρει φυσίγγια που τα είχα γεμίσει εγώ. Είχα αγοράσει μηχανή που κλείνει αστεράκι τον κάλυκα, αλλά δεν είχα στροφείο για ρέλιασμα. Στον πίνακα στην Καισαριανή που έκανα δοκιμές ήταν μια χαρά σε συγκέντρωση. Όμως στο πρωινό ξεροβόρι του βάλτου ήταν πατάτα. Εκείνη την ημέρα από την ώρα που χάραξε, τα παπιά περνούσαν πάνω από το κεφάλι μου. Μόνο που τα τρόμαζα. Ούτε μάδημα δεν τους έκανα. Ζήτησα από τον κυρ-Βασίλη να μου δώσει μερικά από τα δικά του. Μου έδωσε πέντε ροτβάιλ γερμανικά εισαγωγής. Πράγματι με πέντε τουφεκιές πήρα πέντε πουλιά, ψηλά από το θεό που λέμε. Του ζήτησα να μου δώσει κανένα ακόμα, αλλά μου λεει , - δεν έχω άλλα. Ήξερα ότι είχε μαζί του τουλάχιστον 150 φυσίγγια. Ας είναι, δεν βαριέσαι. Το κακό είναι ότι μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε κάνει τίποτα και είχε διαολιστεί. Καθόμουν και κοιτούσα τα πουλιά να περνάνε από πάνω μου και τους κουνούσα το καπέλο. Κατά το μεσημέρι που ζέστανε ή μέρα άρχισα να ρίχνω με τα δικά μου, αλλά με κόλπο. Καθόμουν χαμηλά στα καλάμια και μόνο τα μάτια έβγαιναν από πάνω. Άμα έβλεπα να έρχεται κατά πάνω μου, το άφηνα να ζυγώσει, πεταγόμουν απότομα όρθιος, αυτό άλλαζε πορεία προς τα επάνω και του έριχνα απο κάτω. Έτσι πήρα άλλα δυο. Στάθηκα και τυχερός γιατί εκείνη την ημέρα δεν έχασα κανένα. Το μεσημέρι ήλθε ο βαρκάρης με δανική βάρκα που είχε μηχανή και μας μάζεψε. Ευτυχώς, γιατί γλίτωσα την ξάπλα. Μετά από δυο μέρες πήγα σε ένα φίλο μου , τον Αγησίλαο, που είχε μηχανουργείο και μου έφτιαξε ένα στροφείο. Έτσι έλυσα το πρόβλημα τις πίεσης, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν το γνώριζα.

το σκοινάκι. Άμα χάραξε και μετά, παρουσιάστηκε καθυστερημένη και βιαστική μια παρέα από τέσσερα άτομα, Είδαν εμάς και ανοίχτηκαν πιο πέρα. Ένας από αυτούς θεώρησε καλό να κάτσει μπροστά σε έναν δικό μας. Αυτός τον παρακάλεσε να πάει πιο πέρα. Έφυγε από εκεί και πήγε και έκατσε μπροστά από τον κυρ-Βασίλη. Αυτός του έβαλε τις φωνές. –Φύγε. -Δεν φεύγω. Κουβέντα στην κουβέντα, στήσανε καυγά. Με τα πολλά έφυγε. Δεν είχε πάει μακριά όταν άρχισε να ξεφωνίζει . – ρε παιδιά, ρε συνάδελφοι, βοήθεια πνίγομαι. Έπεσα σε μάτι. Ο κυρ-Βασίλης τότε άρχισε να ψέλνει. –Εν Ιορδάνη βαπτιζομένος Σου Κύριεεεεεεεεε. Λυθήκαμε στα γέλια.. Προς στιγμή δεν είχαμε καταλάβει το σοβαρό τις υπόθεσης. Όταν όμως αυτός συνέχισε να καλεί σε βοήθεια, παρατήσαμε το πόστο, τρέξαμε, του ρίξαμε τα δυο σκοινάκια και τον βγάλαμε. Είχε χωθεί μέχρι το λαιμό στο νερό. Αν ήταν πιο κοντός, θα πνιγόταν. Ήλθαν και από την παρέα του και τον μάζεψαν. Έτρεμε σαν ψάρι. Για καλή του τύχη περνούσε ανοιχτά ένας ψαράς. Με φωνές και τουφεκιές, ήλθε κοντά, τον πήρε και τον έβγαλε έξω.
…………………………………..
Πρέπει να ήταν το 69 το Γενάρη ή Φλεβάρη πάλι στη στρογγυλή. Έξω από το χωριό υπήρχε ένα μεγάλο και φαρδύ ανάχωμα που έμπαινε μέσα στο βάλτο. Μαζί ήταν και ο Αντρονικίδης που δεν μπήκε στο βάλτο και έμεινε έξω να κόβει βόλτες επάνω στο ανάχωμα. Θα πρέπει να ζύγωνε τα 75. Έτσι τον υπολόγιζαν τότε και εάν θυμάμαι καλά ήταν και η τελευταία φορά που ήλθε μαζί. Βγήκαμε πιο νωρίς έξω, γιατί η ημέρα ήταν για ηλιοθεραπεία. Με έστειλαν να τον φωνάξω. Τον βρήκα στην ακρολιμνιά να κάνει καρτέρι σε ένα κολοβούτι.. Φυσικά ήταν άδειος και αυτός. Κάποια στιγμή του ήλθε βολικά και το τουφέκισε. Ναι αλλά πως θα το πιάσει; λίγο πιο πέρα ήταν παρατημένο ένα πριάρι . Ήταν δεν ήταν δυο μέτρα. Το έριξε στο νερό, βρήκε και ένα κλαδί πεταμένο για κοντάρι και μπήκε μέσα. Δεν είδε ότι το πριάρι είναι σκισμένο πέρα για πέρα. Έσπρωξε με το κλαδί προς τα μέσα και προσπαθώντας να κρατήσει ισορροπία άρχισε να χορεύει το χορό της κοιλιάς. Το πριάρι πλημμύρισε νερό και άρχισε να βουλιάζει.. Αυτός τα έχασε και αντί να σπρώξει με το κλαδί να βγει προς τα έξω, έσπρωχνε προς τα μέσα. Εγώ τον παρακολουθούσα από πάνω και παρόλο που του έλεγα να μη μπει, αυτός δεν με άκουσε. Τρέχοντας κατέβηκα στο νερό, του έριξα το σκοινάκι, που για καλή του τύχη, δεν είχα βγάλει το γιλέκο και το είχα μαζί.. Το νερό ήταν στο στήθος του. Άρπαξε το σκοινί έπεσε στο νερό και τον τράβηξα. Ο σκύλος βγήκε έξω, ξεβρακώθηκε έστυψε τα ρούχα καλά και τα ξαναφόρεσε. Έτσι μούσκεμα πήγε ως το πούλμαν. Εκεί έβγαλε τα βρεγμένα και φόρεσε ένα μακρύ σώβρακο και μια φανέλα που είχε φέρει και με αυτά τα ρούχα γύρισε στην Αθήνα. Ό οδηγός τον πήγε μέχρι έξω από το σπίτι του. Δεν τον έπιασε ούτε συνάχι. (δειτε φωτο. ΕΔΩ)

τα παπιά στον κύκλο που κρατάει ο οδηγός είναι τα δικά μου. Εγώ σαν μικρότερος έβγαλα τη φωτογραφία και δεν είμαι μέσα. (δειτε φωτο ΕΔΩ)


ΤΕΛΟΣ.

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Νova sport HD σήμερα έχει ρεπό


Πληρώνουμε nova HD αλλα το αθλητικό της κανάλι [novasportHD] δεν δείχνει τίποτα live και μάλιστα απο την superligue. Ολα τα παιχνίδια ΠΑΟΚ, ΑΕΚ, Ολυμπιακο ταχει μεταφέρει στο novasport2.

Αφού δεν ντρέπονται..... τι να πεις ρε παιδί μου.

Προβατάκι σερφάρει


Surfing Sheep
Λέτε να φερμάρει κιόλας;;

Κροκόδειλος πήρε το χέρι για σουβενίρ

Κουίζ για παρατηρητικούς


1)Τι χρώμα είναι τα καθίσματα στο αυτοκίνητο;
2)Τι μάρκα είναι το αυτοκίνητο;
3)είναι αυτόματο ή με ταχύτητες;
4)είναι κάμπριο ;
5)είναι διθέσιο ή σεντάν;;;


Αναμνήσεις... του κ.Βασίλη από την Άνδρο (Μέρος Πέμπτο) !!!


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ...Κυνήγι πάπιας στο νιοχώρι..

Είναι Γενάρης του 1965. έχουμε κανονίσει να πάμε για παπιά στο Μεσολόγγι στο νεοχώρι.. Εκεί δεν χρειαζόμαστε βαρκάρη, γιατί κάναμε καρτέρι στην ακρολιμνιά στα καλάμια.. Σκύλους δεν παίρναμε μαζί, γιατί κανενός δεν βουτούσε στα νερά, ούτε και είχε εκπαιδευτεί για βάλτο. Όλα ήταν περδικόσκυλα.. Συνήθως όταν φεύγαμε για παπιά ξεκινούσαμε πιο νωρίς για να έχουμε χρόνο να στήσουμε κάτι ψεύτικα παπάκια που κουβαλούσε μαζί του ΄Βουζουναράς. Μη φανταστείτε τίποτα σπουδαία από αυτά που βλέπετε στις ταινίες. Τα είχε αγοράσει από παιχνιδομάγαζο. Κάτι μικρά κίτρινα από αυτά που παίζουν τα μωρά στη μπανιέρα και τα είχε βάψει πρασινοκέφαλα. Όμως λόγω που ήταν κακός ζωγράφος, τα παπιά ήταν ακαθορίστου ράτσας ,και οικογένειας. Είχαν αρχίσει να ξεβάφουν από το μούλιασμα και όταν τα έβλεπαν οι άγριες λυνόντουσαν στα γέλια.. Μη έχοντας άλλη λύση αισιοδοξούσαμε ότι μπορεί να προσελκύσουν τις άγριες. Στην παρέα καμιά φορά ερχόταν ένας καπετάνιος όταν ήταν ξέμπαρκος. Αυτός είχε φέρει από την Ιταλία κάτι ομοιώματα λαστιχένια που όταν έπεφταν στο νερό από μια βαλβίδα που είχαν ρουφούσαν το νερό γέμιζαν μέχρι ένα σημείο και επέπλεαν. Από κάτω είχαν μια πετονιά και στην άκρη ένα μολύβι ψαρέματος. Όταν τα έβγαζες, άδειαζε μόνο του το νερό από τη βαλβίδα και γινόταν πλακέ, ήταν δε ίδια πρασινοκέφαλα.. Λόγω του όγκου τους δεν έπιαναν χώρο και ήταν πολύ βολικά. Αυτά τα παπιά τα άφησε του Βουζουναρά μέχρι να ξανά-γυρίσει από το μπάρκο. Χαρούμενοι που θα έχουμε πραγματικά ομοιώματα κάναμε όνειρα. Το Νεοχώρι τότε ( δεν ξέρω σήμερα ) ήταν όλο χώμα. Η λάσπη το χειμώνα, ήταν 10 πόντους. μόνιμα. Πάντα όταν φτάναμε ξυπνάγαμε τον καφετζή και μας έφτιαχνε καφέ και τσάι. Άλλοι κοπανάγανε και κάνα ρακί.. Αφήναμε το πούλμαν στην πλατεία και με τα πόδια πηγαίναμε στην ακρολιμνιά που είχε καλαμιώνα και κάναμε καρτέρι . Έτσι και αυτή τη φορά ετοιμαστήκαμε, πήραμε τα πράγματα μας και χωρίς να ανάψουμε φακό, γιατί είχε μια πανσέληνο που έκανε τη νύχτα μέρα, πήγαμε στην παραλία. Ρίξαμε τα ομοιώματα στο νερό και ως δια μαγείας, φούσκωσαν. Μεγάλη χαρά και προπαντός μεγάλη ελπίδα. Τραβηχτήκαμε πιο μέσα από την παραλία και αράξαμε στα καλάμια σε απόσταση περίπου 30 μέτρα ο ένας από τον άλλο, περιμένοντας να ξημερώσει. Κάποια στιγμή ακούσαμε ένα πλατς-πλούτς στην ακρολιμνιά. Ερχόταν ένας προς το μέρος μας. Ακούστηκε μια τουφεκιά και μετά ησυχία. Μετά βιαστικά πλατς-πλουτς μέχρι που απομακρύνθηκε. Εμείς κοιτούσαμε το ουρανό μήπως πέρασε κανένα παπί και αναρωτιόμαστε τι στο καλό βάρεσε μέσα στη νύχτα. Ξημέρωσε ο θεός τη μέρα, βγήκε ήλιος, παπί πουθενά στον ορίζοντα , λιαστήκαμε κανονικά και κατά τις δέκα , ξέροντας την τύχη μας, είπαμε να φύγουμε να πάμε για μπεκατσίνια. Φτάνοντας στην παραλία τα ομοιώματα έλειπαν. Ο Βουζουναράς έχασε το χρώμα του. Τώρα τι θα κάνουμε. Όμως τα ομοιώματα ήταν εκεί, αλλά ήταν στον πάτο. Αυτός που πέρασε τα νόμισε για αληθινά μέσα στη νύχτα και τα τουφέκισε. Ναι αλλά ποιος ήταν αυτός ; Μόνο εμείς είμαστε σε αυτό το σημείο. Ήταν έτοιμος να κλάψει. Τι θα λέγαμε στον καπετάνιο και που θα τα βρίσκαμε να τα αγοράσουμε; Άρχισε να με τρωει μήπως τα τουφέκισα εγώ. - Βρε καλέ μου μαζί τα στήσαμε, να και το όπλο είναι καθαρό. Δεν έχω κάνει μπάμ. Τίποτα. Στεναχωρήθηκα που δεν μα πίστευε. Φύγαμε και γυρίζαμε στο πούλμαν με κατεβασμένα μούτρα. Στο δρόμο με μουρμούραγε. Το μέρος εκεί ήταν κάμπος. Υπήρχαν και δυο λοφάκια με καλαμιές και λίγο βούρκο από τη μια μεριά. Ξέκοψα και τράβηξα για τον αριστερό. Πετούσα πέτρες μέσα στα καλάμια, όταν ξαφνικά πετάχτηκε μια αλεπού. Μια τουφεκιά, ξερή η αλεπού. Είναι δυνατόν. Με οκτάρια σκάγια ; πήγα κοντά με προσοχή γιατί θυμήθηκα τα λόγια του θείου από το χωριό. Ότι άμα την πετύχεις, πολλές φορές κάνει την ψόφια και ή θα σε δαγκώσει ή θα στο σκάσει, αν έχει κουράγιο. Για κάθε σιγουριά έφαγε άλλη μια στο κεφάλι. Έβγαλα μια σακούλα που είχα μέσα το κολατσιό μου και τύλιξα το κεφάλι που είχε διαλυθεί. Την έκοψα στην πλάτη και τράβηξα για το πούλμαν. Την πήρε ο οδηγός και την κρέμασε με ένα σκοινί από τους υαλοκαθαριστήρες, λες και ήτανε λιοντάρι. Καθόμαστε μερικοί γύρω από το πούλμαν και συζητούσαμε περιμένοντας και τους άλλους. Ξέραμε ότι θα μαζεύονταν γρήγορα αφού η μέρα δεν βοηθούσε. Ξαφνικά στην πλατεία παρουσιάστηκε ένας γάμος. Μπροστά ο γαμπρός με τη νύφη, πίσω δυο πιτσιρίκια που βαστούσαν το πέπλο και πιο πίσω το κάλεσμα. Καμιά πενηνταριά νοματαίοι. Μόλις είδαν την κρεμασμένη αλεπού παράτησαν τους νεόνυμφους και μαζεύτηκαν γύρω από το πούλμαν. Τα πιτσιρίκια παράτησαν το πέπλο να σέρνεται στη λάσπη και κόλλησαν με τους άλλους. Το ζευγάρι δεν είχε καταλάβει ότι περπατάει μόνο του και συνέχιζε. Κάποια στιγμή σταμάτησαν όταν το πέπλο βάρυνε από την λάσπη. Όλοι ρωτούσαν ποιος σκότωσε την αλεπού. Τους έδειξαν εμένα. Μερικοί με αγκάλιασαν και μου είπαν ότι τους έσωσα από μεγάλες ζημιές που τους έκανε. Σε χρόνο ρεκόρ το αυτοκίνητο γέμισε με κρασί, ψωμιά ζυμωτά, αβγά και δυο κότες ζωντανές. Το ζευγάρι περίμενε υπομονετικά μέσα στη λάσπη. Τους ευχαρίστησα και ευγενικά τους έδωσα πίσω τις κότες. Τα άλλα πεσκέσια τα μοιραστήκαμε όλοι μαζί και το κρασί (μια μαυρούκα στυφή ) μπήκε στα παγοίρια μας. Αφού ξεκινήσαμε για το γυρισμό, ο Βουζουναράς είπε για το περιστατικό με τις πάπιες και παρακάλεσε όποιος το έκανε να το πει. Τι ήταν να το ακούσει ο Αντρονικίδης. Τον άρχισε στην πλάκα και μέχρι την Αθήνα τον δούλευε. Αυτός ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Δυο φορές στην επιστροφή ήλθε πίσω που καθόμουνα και με ξαναρώτησε. Έβγαλα ξανά τις κάνες από τη θήκη και τις έδωσα να τις δούνε και οι άλλοι. Δεν με πίστευε επειδή δεν είχα πείρα στα παπιά, σαν νέος κυνηγός. Του υποσχέθηκα να τις πληρώσουμε μαζί όσο και αν έκαναν και αποφάσισα να μην ξανά πάω μαζί τους. Παρακάλεσα τον οδηγό να με πάει κοντά στο σπίτι μου, γιατί ντρεπόμουνα να με βλέπει ο κόσμος με την αλεπού στην πλάτη. Την άλλη ημέρα όταν γύρισα από τη δουλειά μου λεει η μάνα μου ότι, σε ζήτησε ο κυρ-Βασίλης. Έφυγα και πήγα στο καθαριστήριο. Εκεί ήταν και ο Αντρονικίδης , αλλά δεν γελούσε. Είχε ομολογήσει ότι αυτός έριξε στις πάπιες, γιατί μες τη νύχτα, τις πέρασε για αληθινές. Ζήτησε συγνώμη και δικαιολογήθηκε ότι ντρεπόταν για την πλάκα που θα του έκαναν οι άλλοι. Προθυμοποιήθηκε να τις πληρώσει, αλλά από ότι έμαθα όταν γύρισε ο καπετάνιος, δεν δέχτηκε. Τέλος καλό, όλα Καλά. Γύρισα όλα τα κυνηγο-μάγαζα. Κανείς δεν ήξερε ότι υπάρχουν τέτοια ομοιώματα. Έγραψα του θείου μου στον Καναδά για να μου βρει ίδιες και αυτός μου έστειλε 6 συμπαγείς πρασινοκέφαλες και δύο κράχτες. Τέτοιες είχε και ο Καλκατζάκος. Ήταν όμως άβολες . Στην αρχή τις κουβαλούσα στο βάλτο μέσα σε ένα τσουβάλι. Αλλά τι να πρώτο-κουβαλήσεις. Γρήγορα βαρέθηκα. Σε λίγα χρόνια απαγορεύτηκαν. Παραμένουν στο πατάρι στο σπίτι τις Αθήνας μαζί με τις ψηλές μπότες. Με τους κράχτες πότε – πότε κάνω πλάκα στις ήμερες στο κτήμα.

ΤΕΛΟΣ

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Αναμνήσεις... του κ.Βασίλη από την Άνδρο (Μέρος Τέταρτο) !!!


Αναμνήσεις... συνέχεια...
Τσιμουδιά αυτός. Γαμώτο τον έχασα και δεν ξέρω προς τα που να πάω. Ανηφόριζα την πλαγιά όταν ο σκύλος κοκάλωσε πάλι. Το όπλο είναι κρεμασμένο στην πλάτη και ο λαγός που πετάχτηκε μπροστά από τη μούρη του σκύλου, έγινε λαγός. Το μέρος είναι μισό- δασωμένο και δεν υπάρχει μεγάλη ορατότητα. Ξανά - βάζω φωνή. Κυρ-Βασίληηηηηη, μου έφυγε άλλος λαγός. Πλήρης ησυχία. Τι έγινα γαμώτο, τους έχασα; σε ένα λεπτό ακούω από πάνω μου μια τουφεκιά. Άλλη φωνή. –κυρ Βασίληηηηη τον πέτυχες; τίποτα., καμιά απάντηση. Μετά από λίγο τον βλέπω μπροστά μου. –τι έγινε ; τι τουφέκισες; -ένα κοτσύφι. Σκεφτόμουνα. Τι σόι πέρδικο- κυνηγός είναι αυτός που βαράει κοτσύφια.; από το σακίδιο του που φούσκωνε, κρεμόταν τα πόδια του λαγού. Τον είχε πάρει και με δούλευε. Μετά μου είπε ότι στο βουνό δεν φωνάζουμε με το παραμικρό και ότι θέλει ησυχία. Κοίταγε το σκύλο που αλώνιζε γύρω μας και έκανε το σταυρό του. Δεν το πίστευε. Κάναμε κολατσιό και αποφασίσαμε να γυρίζουμε σιγά-σιγά γιατί είχαμε δρόμο και το ραντεβού στο πούλμαν ήταν για τις 3. αραιώσαμε και μετά από λίγο , κάποιος από ψηλά, σήκωσε ένα κοπαδάκι πουλιά. Ένα πουλί ερχόταν προς το μέρος μου. Για κακή του τύχη σαν στραβό πήγε και έπεσε επάνω στα σκάγια μου. Γέμισε ο τόπος πούπουλα. Ο σκύλος κοκάλωσε, αλλά εγώ του το άρπαξα, μη μου το σαλιώσει. Μετά μου είπαν ότι ήταν αρσενικό και λέγεται ‘’κότσος ‘’ γυρίσαμε στο πούλμαν χωρίς κανένα πρόβλημα από το σκύλο, που όταν περπατούσε ή έτρεχε δεν φαινόταν ότι τρέμει.. όταν όμως φτάσαμε και έμεινε ακίνητος άρχισε πάλι το σουστάρισμα. Αν δεν τους βεβαίωνε ο Βουζουναρας ότι το σκυλί έβγαλε τρεις λαγούς θα με δουλεύανε ότι τον αγόρασα. Ήμουν και ο πιο τυχερός γιατί είχα και λαγό και πέρδικα. Άλλοι δυο είχαν από μια πέρδικα και ο κυρ-Βασίλης το λαγό. Τελευταίος γύρισε με μιάμιση ώρα καθυστέρηση ο Λεύτερης κουβαλώντας τον σκύλο του στην πλάτη με σκισμένα πόδια και βρίζοντας, γιατί δεν είχε κάνει τίποτα. Έφαγε και μια κατσάδα από τους άλλους, γιατί από ότι έμαθα το είχε σύστημα να έρχεται τελευταίος. Όταν έμαθε από τους άλλους τι είχα κάνει του κόπηκε μια και καλή η όρεξη να μου κάνει πλάκα. { Θα κάνω μια παρένθεση, να γράψω ότι, όταν πηγαίναμε για κυνήγι, κανένας δεν κοιμόταν. Γινόταν μεγάλη πλάκα μεταξύ τους. Εγώ βέβαια δεν τολμούσα να λάβω μέρος γιατί ήμουν ο νέος της παρέας. Άσε που οι περισσότεροι ήταν στην ηλικία του πατέρα μου. Στο γυρισμό κατά κανόνα σταματούσαμε στον Κορακόληθο , στις ψησταριές και αφανίζαμε τα παϊδάκια. Μετά πέφταμε στον ύπνο.}

Το βράδυ μπαίνοντας στο σπίτι ο πατέρας μου καθόταν στην ίδια πολυθρόνα . του ακουμπάω την τσάντα μπροστά του και του λεω όλο χαρά. – ορίστε πάρε για να μη φωνάζεις. Όταν είδε το περιεχόμενο κοκκίνισε, έβαλε τα γέλια και με ρώτησε πότε θα ξανά πάω. Του απάντησα – την άλλη Κυριακή..

Τη επόμενη Κυριακή γύρισα άκαπνος και άδειος.
Λενε ότι του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο…………..
Εγώ πάντως δεν απογοητεύτηκα , ελπίζοντας ότι την άλλη Κυριακή θα είμαι πιο τυχερός. Αυτή τη φόρα πάλι λόγω κακοκαιρίας αντί για τα Αντίκυρα , πήγαμε στο Κυριάκι.. Ένα μέρος σχετικά γυμνό και από ότι έλεγαν οι άλλοι με πολύ λίγα πουλιά. Πράγματι δεν βγάλαμε τίποτα και ανηφορίζοντας .όπως κρατούσα το όπλο, παράλληλα προσπαθούσα να καθαρίσω ένα μανταρίνι. Ο σκύλος ήταν κοντά μου και περίμενε να του δώσω το μερίδιο του. Τον είχα μάθει να τρωει όλα τα φρούτα και όσοι τον έβλεπαν μου έλεγαν, ότι είναι κατσίκα.. Ξαφνικά πετάχτηκε ο λαγός από μόνος του. Πρόλαβα και πέταξα το μανταρίνι και του έστειλα μια βιαστική, που όμως δεν τον πήρε, παρά μερικά σκάγια του τρύπησαν τα αυτιά. Κοκάλωσε και σηκώθηκε στα πίσω πόδια. Το πιο πιθανό είναι ότι ζαλίστηκε. Όμως το σκυλί τον καπάκωσε και τον κρατούσε με το στόμα και τα πόδια γιατί τσίριζε. Τον άρπαξα και προσπαθούσα να τον κρατήσω γερά, μη μου φύγει και με το φόβο μη με δαγκώσει, γιατί είχα ακούσει ότι γρατζουνάει και δαγκώνει. Με τις φωνές του μαζεύτηκαν και οι άλλοι κυνηγοί και κάναμε σχέδια να τον φέρουμε πίσω ζωντανό, μιας που δεν είχε στο σώμα σκάγια. Ήλθε και ο Λευτέρης μου πήρε το λαγό από τα χέρια τον κοπάνησε και το σκότωσε και με άρχισε στις Χρήστο- Παναγίες. Τσαντίστηκα. Μου ‘ρθε να του δώσω μια γροθιά στα μούτρα. Οι άλλοι απορημένοι τον ρωτήσανε γιατί το έκανε. Ή απάντηση ήταν ότι ερχόταν προς τα εκεί και θα τον έβγαζε ο σκύλος του. Το τι άκουσε από τους άλλους δεν περιγράφεται. Εγώ από τότε όταν ήταν μαζί μας άλλαζα βουνό. Εκείνη την ημέρα ο μόνος που είχε κάτι ήμουν εγώ. Όλοι ήταν άδειοι. Τότε μου κόλλησαν το παρατσούκλι ‘’ ο λαγοφάγος ‘’ Πέρασαν δυο χρόνια να ξανά δω λαγό και όχι με αυτή την παρέα . Το βράδυ στο σπίτι έγινε χαρά μεγάλη. Ό λαγός έγινε στιφάδο Καλεσμένος και ο θείος από την Καλογρέζα, που καμάρωνε γιατί ήμουν μαθητής του. Τη επόμενη εβδομάδα, παρέα εγώ και ο πατέρας πήγαμε το σκύλο στον κτηνίατρο Ιπποκράτη Σαβούρα . αυτός μου είπε ότι το σκυλί είχε αρρωστήσει από μόρβα και ότι του είχε αφήσει αυτό το κουσούρι. Συμπτωματικά αυτός τον είχε περιθάλψει. Με διαβεβαίωσε ότι δεν έχει πρόβλημα στη μύτη, αλλά το τρέμουλο δεν θα περάσει. Ίσως να λιγόστευε με τον καιρό και με την άσκηση. Πράγματι έτσι έγινε. Ό σκύλος εμβολιάστηκε έβγαλε ταυτότητα και είχε το δικαίωμα να μπαίνει στα αστικά, στα υπεραστικά λεωφορεία κάτω από το τελευταίο κάθισμα και φορώντας φίμωτρο. Επίσης στον ηλεκτρικό, στη σκευοφόρο. Πλήρωνε δε μισό εισιτήριο. Περιττό να πω ότι αναβαθμίσθηκε και δεν κοιμόταν πια έξω, αλλά σε ένα χαλάκι μπροστά στο κρεβάτι μου. Το 1966 το καλοκαίρι παρουσιάστηκα στον Άραξο. Το σκυλί δεν μπορούσε να μείνει στην Αθήνα και το στείλαμε στο θείο στο Λαύριο, που είχε χώρο. Το Σεπτέμβριο ένας φίλος του κυνηγός το ζήτησε να πάει για κυνήγι απέναντι στη Μακρόνησο. Από ότι μου είπε μετά, έκανε ένα τσουβάλι ορτύκια και ο σκύλος τα έπιανε ζωντανά. (υπερβολικό βέβαια, αλλά το ορτύκι το γνώριζε). Μου έγραψε ένα γράμμα ότι θέλει να τον αγοράσει. Αρνήθηκα. Μετά λίγο καιρό πήρα άλλο γράμμα από το θείο ότι το σκυλί το σκότωσε αυτοκίνητο στον άσφαλτο. Πιστεύω ότι το κλέψανε. Ο θείος δεν θα το έδινε σε καμιά περίπτωση, γιατί με αγαπούσε σαν παιδί του. Μια που αυτός δεν είχε.

ΥΓ. προσπάθησα όσο μπορούσα πιο λιτά γίνεται να σας τα περιγράψω. Εκείνο που θέλω να σας βεβαιώσω είναι ότι δεν υπάρχει ίχνος υπερβολής και ψέματος.

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Αναμνήσεις... του κ.Βασίλη από την Άνδρο (Μέρος Τρίτο) !!!


Αναμνήσεις... συνέχεια...

Την Κυριακή το πρωί η μάνα κάνοντας φασίνα στο σπίτι ( τις άλλες μέρες δούλευε ) βρήκε το όπλο κάτω από το κρεβάτι. Ευτυχώς ο πατέρας ήταν στο καφενείο. Χωρίς να το ανοίξει βάζει τις φωνές.
- τι είναι αυτό ; πήρες όπλο ; πόσο το πήρες ; θα σε σκοτώσει ό πατέρας σου. Να το πας πίσω.
- Σιγά ρε μάνα, τι κάνεις έτσι. Πως θα πάω το Σάββατο με τους κυνηγούς. Αυτό το όπλο που έχω δεν κάνει για πέρδικες.
- Ναι εσένα περιμένουν οι πέρδικες να τις σκοτώσεις.
Με τα πολλά. Το όπλο μπήκε πάλι κάτω από το κρεβάτι και η μάνα κάθε μέρα να με τρωει να το δείξω. Την Πέμπτη το βράδυ δεν έπαιρνε άλλο. Με το που μπήκε ο πατέρας εγώ με πλατύ χαμόγελο τον καλωσόρισα. -κάτσε σου έχω μια έκπληξη. Περιμένοντας το κακό, έκατσε σε μια πολυθρόνα. Πάω βγάζω το όπλο και του το ακουμπώ στα γόνατα. Ούτε που κουνήθηκε. Το αίμα του έφυγε και πήγε στα πόδια. Άσπρισε. Μετά ανέβηκε στο κεφάλι. Έγινε κατά κόκκινος. Χέστηκα . Θα τον πεθάνω σκέφτηκα. Με κοίταξε και είπε : - τελικά εσύ δεν ακούς κανένα.
Αυτό ήταν. Τον αγκάλιασα και τον φίλησα. Άνοιξα το κουτί, μοντάρισα το όπλο και του το έδωσα. Ούτε που το έπιασε. Λες και ήταν αναμμένα κάρβουνα. Δεν μου ξαναμίλησε μέχρι την Κυριακή που γύρισα. Εγώ από την Πέμπτη και μετά δεν έκλεισα μάτι τη νύχτα.

Ο πρώτος μου σκύλος
Το καλοκαίρι του 64 δουλεύαμε σε ένα μεγαλο-περιβολάρη στο Ρέντη. Του φτιάχναμε ένα πηγάδι και κάτι άλλες ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Δίπλα από ένα στάβλο είχε δεμένο ένα ζευγάρι πόιντερ. Εγώ τρεις την ώρα, που με έχανες που με έβρισκες κοντά στα σκυλιά. Κατάλαβε ότι είμαι ψώνιο και με ρώτησε αν μου αρέσουν. Μου είπε ότι τα είχε φέρει από την Αγγλία και ότι του είχαν στοιχίσει ένα ποσό, που σήμερα πια δεν θυμάμαι αλλά για εκείνη την εποχή, πολύ μεγάλο.
Από την άλλη μεριά του στάβλου ήταν το πηγάδι. Καμιά 25αρια μέτρα βάθος. Περίπου 5 μέτρα πάνω από το νερό ήταν η αντλία νερού, επάνω σε μια πλατφόρμα σιδερένια. Είχε καεί και κανένας δεν κατέβαινε από την σκάλα, που ήταν σάπια και ετοιμόρροπη. Δέθηκα εγώ με ένα χοντρό σκοινί από την μέση και σαν κομάντο κατέβηκα στο πηγάδι. Η αντλία αλλάχτηκε και η χαρά που περιβολάρη μεγάλη. Με φωνάζει και με ρωτάει αν μου αρέσει το κυνήγι και εάν έχω σκύλο. Του είπα ότι έχω κάνει χαρτιά για να βγάλω άδεια, αλλά δεν έχω ακόμα όπλο καλό, ούτε και σκύλο.. Μου λεει επειδή μου έφτιαξες την αντλία θα σου χαρίσω ένα σκυλί από γέννα των δικών μου. Κοκάλωσα. Με δουλεύει.
Πάει στο απέναντι στάβλο και μου φέρνει δεμένο ένα ίδιο με αυτά που χάιδευα.
- πάρε το, είναι ενός χρόνου, το έχω εκπαιδεύσει μόνο στο ορτύκι. Να το προσέχεις. Εγώ όμως δεν είχα προσέξει ότι το σκυλί έτρεμε στο πίσω πόδι, όταν στεκόταν ακίνητο. Όταν λέμε ότι έτρεμε, εννοούμε, σαν να είχε καταπιεί σούστες. Απογοητεύτηκα. Έκανα να το αφήσω, αλλά επέμενε ότι ήταν γερό και δεν θα απογοητευόμουν. Με κρύα καρδιά τον πήρα με την αλυσίδα και από το Ρέντη στην Καλλιθέα το κόψαμε με τα πόδια.. Στο σπίτι έγινε τις τρελής. Φωνές η μάνα μου, είχε και δίκιο γιατί είχαμε μια αυλή 3χ3 , αλλά ο πατέρας δεν είπε κουβέντα.. Αναθάρρησα. Ανέλαβα τη φροντίδα του, βόλτες, καθαριότητα, τάισμα. Τον βάπτισα και με το πρωτότυπο όνομα ‘ τζάκ .‘ Αλλά με έτρωγε και η αγωνία μην είναι τελείως κοπρίτης και μου τον έδωσε για να τον ξεφορτωθεί. Περιθώριο δοκιμής δεν είχα και έμεινα με την αναμονή της πρώτης επίσημης εξόδου.
………………………………

Σάββατο βράδυ, σκύλος, όπλο, σακίδιο και εγώ, όλα καινούρια και αστραφτερά έχουμε στηθεί στην πλατεία της Καλλιθέας έξω από το καθαριστήριο του Βουζουναρά και περιμένουμε το πούλμαν. Ο κόσμος που περνούσε κοίταζε περίεργα μια το σκύλο και μια εμένα, αλλά εγώ δεν έδινα σημασία. Είχα πάει και πιο νωρίς από το φόβο μη με παρατήσουν και φύγουν, αν αργήσω. Μετά από ώρα ήλθαν και τρεις - τέσσερις άλλοι κυνηγοί να περιμένουν μαζί μου. Μόλις είδαν το σκυλί να σουστάρει έβαλαν τα γέλια και με προέτρεψαν να γυρίσω πίσω. Προπαντός ένας, ο Λευτέρης, με ένα σέτερ καφετί με κορόιδευε συνεχώς, λέγοντας μου ότι θα τον πάρω στην πλάτη. Μπήκαμε στο πούλμαν και εγώ έκατσα πίσω-πίσω αριστερά. Το πούλμαν ήταν εντεκάρι και υπήρχε μια ιεραρχία ως προς το που θα κάθεται ο κάθε ένας. Έτσι μπροστά καθόταν ο Βουζουναράς σαν αρχηγός, πίσω οι πιο μεγάλοι κατά σειρά ηλικίας και χρόνων στην παρέα πίσω-πίσω οι νέοι και οι μη τακτικοί. .εγώ ήμουν ο μικρότερος 18 χρονών, ο επόμενος33 και ο πιο μεγάλος 70. θυμάμαι ακόμα το όνομα του. Τον έλεγαν Αντρονικίδη.( Αυτός έχει ιστορία που θα την περιγράψω άλλη φορά.) Στο πορτμπαγκάζ του αυτ/του γινόταν Ο! σκυλοκαβγάς. Έντεκα σκύλοι πολεμούσαν να βολευτούν ο ένας επάνω στον άλλο. Στην παραλία στα Αντίκυρα λόγω κακοκαιρίας το καίκι δεν μπορούσε να μας πάει εκεί που θέλαμε και αποφάσισαν να πάμε σε άλλο μέρος με τα πόδια. Ένας λόγος είναι αυτός. Το μέρος με τις πέρδικες ήταν πίσω από το δεύτερο βουνό που αχνοφαινόταν στο πρώτο φως της αυγής. Ο Βουζουναρας επέμενε να μην τους ακολουθήσω. Η διαδρομή ήταν μεγάλη και το σκυλί δεν θα άντεχε. Εγώ τον διαβεβαίωσα ότι όπου κουραστεί, θα τον πάρω και θα γυρίσω πίσω. Ξεκινήσαμε και αφού έχουμε μισό - ανέβει το πρώτο βουνό, μας καθηλώνει μια ξαφνική μπόρα. Κάτω από τα δέντρα περιμέναμε κανένα μισάωρο να σταματήσει η βροχή. Εγώ στο μεταξύ έτριβα το γυαλιστερό μου σακίδιο στο χώμα γιατί ντρεπόμουν όταν είδα το χάλι που είχαν των άλλων. Αποτέλεσμα να το γεμίσω λάσπη.. Κατηφορίζοντας την πρώτη πλαγιά και αφού έχουμε αραιώσει και αμολήσει τα σκυλιά, μπροστά από τον δικό μου πετάγεται ένας λαγός. Εγώ είχα δει λαγό στο ζωολογικό κήπο, στο βουνό δεν είχα ξαναδεί. Βάζω μια φωνή : κυρ-Βασίλη λαγός. - Τι φωνάζεις βάρα τον. –δεν πρόλαβα. Ανεβαίνοντας την πλαγιά στο δεύτερο βουνό έχω μπλέξει σε ένα κλειστό σημείο και ψάχνω για διέξοδο. Μη βλέποντας αποτέλεσμα ετοιμάζομαι να γυρίσω πίσω. Ο σκύλος ξαφνικά κοκαλώνει. Ένας λαγός τεράστιος (έτσι μου φάνηκε ) πετάχτηκε και πήγαινε να φύγει προς τα εκεί απ’ όπου ερχόμουν. Μια τουφεκιά βιαστική και από κοντινή απόσταση του θέρισε το κεφάλι. Ο σκύλος τον έκανε καπάκι, τον άρπαξε και τον τίναζε. Είδα και έπαθα να του τον πάρω. Άσε που τον είχε γεμίσει σάλια. Ποιος νοιαζόταν. Καθόμουν και τον κοίταζα και δεν το πίστευα. Είχα αυτό που λένε. Την τύχη του πρωτάρη και ατζαμή. Μετά έβαλα τις φωνές. – κυρ Βασίληηηηη σκότωσα ένα λαγό..
συνεχίζεται...

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Αναμνήσεις... του κ.Βασίλη από την Άνδρο (Μέρος Δεύτερο) !!!

Αναμνήσεις συνέχεια

Κάθε πρώτη του μηνός είχα αγωνία μέχρι να φέρει ο ταχυδρόμος το περιοδικό. Κοιμόμουν και ξυπνούσα από τα όνειρα κυνηγετικών εξορμήσεων, που φυσικά δεν είχα ιδέα πως γίνονται. Ότι διάβαζα, το βράδυ το έβλεπα στον ύπνο μου με εμένα να πρωταγωνιστεί. Στο σπίτι είχα αρχίσει τη γρίνια να μου πάρουν ένα αεροβόλο, αλλά ούτε η μάνα ή ο πατέρας ήθελαν να ακούσουν κουβέντα. Έβαλα και εγώ τα μεγάλα μέσα. Το θείο από την Καλογρέζα. Αυτός είχε ένα γκρα ( με κινητό ουραίο ) μεταποιημένο σε κυνηγετικό. Του είχαν κόψει την κάνη και είχαν κολλήσει μια άλλη χωρίς ραβδώσεις. Έπαιρνε μέσα τους κάλυκες τους δικούς του, που όμως, είχαν τορνάρει τον πάτο και έβαζες καψούλι 5/45.
Κατάφερα τον θείο να μου το πουλήσει και να ψήσει τον πατέρα μου. Με τα πολλά και αφού ο θείος εγγυήθηκε ότι θα με έχει υπό την προστασία του, το όπλο αγοράστηκε έναντι 300 δραχμών. Γέμιζα τους μεταλλικούς κάλυκες και για τάπες έκοβα με σγρόπια,, από χοντρό χαρτόνι. Έβγαζε φοβερές τουφεκιές, αρκεί να σημάδευες καλά, γιατί δεν είχε ρίγα. Μόνο ένα λούκι πίσω και μια τριγωνική ακίδα μπροστά.. καμιά φορά αν δεν εφάρμοζε σφιχτά η επάνω τάπα, άδειαζαν τα σκάγια στην τσέπη μου. Θήκη δεν είχα και για να το μεταφέρω στο τραίνο ή στα λεωφορεία το τύλιγα σε μια μπλε κόλλα από αυτές που ντύνουν τα τετράδια. Όσοι με έβλεπαν στις πέντε το πρωί στο δρόμο ή στα τραίνα με την τσάντα και το όπλο, με ρωτούσαν που πάω και εγώ απαντούσα φυσικά, κυνήγι. Χαμογελούσαν και μου εύχονταν. Άλλα χρόνια τότε. Δεν είχε ανακαλυφθεί η οικολογία. Άδεια φυσικά δεν υπήρχε, άλλα εκείνα τα χρόνια στα μικρά διαμετρήματα υπήρχε μια ανοχή και δεν υπήρχε η οπλοφοβία που υπάρχει σήμερα .Έτσι ποτέ δεν με σταμάτησαν για έλεγχο. Στα 17, ο πατέρας μου, με πήγε σε ένα ράφτη εκεί στην πλατεία της Καλλιθέας και μου έραψε το πρώτο μου κουστούμι. Ένα πράσινο σκούρο με ρίγες. Κάποια στιγμή το κουστούμι λερώθηκε και χρειάστηκε καθαριστήριο. Απέναντι από το ράφτη στην πλατεία ήταν το καθαριστήριο του Βουζουναρά. Εκεί το πήγα για καθάρισμα και αφού είπαμε τα σχετικά και έμαθε ότι είχαμε το ίδιο όνομα, έκανα να φύγω. Όμως το αυτί μου έπιασε κάτι κουβέντες από δυο – τρεις που κάθονταν στις πολυθρόνες. Συζητούσαν για κυνήγι. Τους ρώτησα εάν μπορούσα να κάτσω μαζί τους να άκουω και φυσικά με δέχτηκαν με χαμόγελα. Από τότε το μαγαζί του Βουζουναρά έγινε το μόνιμο στέκι μου. Προπαντός τα σαββατόβραδα μετά τη δουλειά, πρώτα περνούσα από εκεί, να μάθω που θα πάνε και μετά πήγαινα σπίτι μου. Το καλοκαίρι του 64 μου λεει ο κυρ- Βασίλης (έτσι τον έλεγα) ότι μόλις κλείσω τα 18 τον Ιούλιο, να βγάλω άδεια για να με πάρει μαζί του το Σεπτέμβρη για πέρδικες.. αυτό ήταν . Τα χαρτιά ετοιμάστηκαν σε μηδέν χρόνο και αυτός μου έβγαλε την άδεια, μια που ήταν στο συμβούλιο του συλλόγου της Καλλιθέας. Όμως υπήρχε ένα μεγάλο πρόβλημα. Το τουφέκι που είχα δεν έκανε για πέρδικες. Έπρεπε να πάρω κανονικό όπλο. Τώρα. Πως το λένε στους γονείς. Έβαλα πάλι τα μεγάλα μέσα.. Τον κυρ- Βασίλη. Όμως ο πατέρας φοβόταν και ήταν ανένδοτος. Ο Σεπτέμβρης ζύγωνε και ήμουν χωρίς όπλο. Όμως υπήρχε και ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα. Κανείς δεν μου έδινε όπλο με δόσεις, ήθελαν εγγυητή. Μόνο μετρητοίς. Που να βρεθούν οι 3800 δρχ. Τόσο έκανε ένα ισπανικό πλαγιόκαννο. Ούτε το αφεντικό δεχόταν από το φόβο της μάνας μου, αλλά και από συμφέρον. Σου λεει, αν αυτός αρχίσει τα κυνήγια, δεν θα έρχεται τις Κυριακές για δουλειά ( τότε δουλεύαμε και τις Κυριακές). Αφού έχω γυρίσει όλα τα κυνηγο-μάγαζα. Αθηνών και Πειραιώς και κάποια υαλοπωλεία - που τότε στη βιτρίνα τους είχαν ένα-δυο δίκαννα – έχω φαει πόρτα από όλους. Σκέτη απελπισία και ζυγώνει η μέρα αναχώρησης. Το επόμενο Σάββατο φεύγουμε για Αντίκυρα και είμαι χωρίς όπλο. Ξανά για το μαγαζί του Χατζηκουλούκη. Την πρώτη φορά, τον είδα πιο συγκαταβατικό, αλλά η πόρτα – πόρτα. Η μισή ντροπή δική του, που λεει η παροιμία . Αυτή τη φορά στο μαγαζί δεν είναι ο Αργύρης, είναι ο Παναγιώτης. Στην τσέπη έχω 800 δραχμές, μαζεμένες φράγκο-φράγκο, από υπερωρίες και Κυριακές. Μπαίνω μέσα και πριν προλάβει να με ρωτήσει τι θέλω, παίρνω βαθιά ανάσα και του λεω. Θέλω αυτό το δίκαννο, εχω 800 δραχμές για προκαταβολή, δεν έχω εγγυητή, κανένας δεν μου δίνει όπλο, το άλλο Σάββατο φεύγουν να πάνε για πέρδικες και εάν δεν έχω όπλο δεν θα με πάρουν μαζί. Είσαι η τελευταία μου ελπίδα. Αυτός έβαλε τα γέλια , με έκοψε από πάνω μέχρι κάτω και με ρώτησε: ---θα τα πληρώνεις τα γραμμάτια ;
- σου ορκίζομαι, νηστικός θα μείνω, τα γραμμάτια θα πληρωθούν.
Έβγαλε το όπλο και μου το έδωσε. Στην αρχή δεν το πίστευα. Λεω πλάκα μου κάνει. Όταν όμως τον είδα να το βάζει στο κουτί και να φτιάχνει τα γραμμάτια, τότε κόντευε να μου φύγει η καρδιά. Στο γυρισμό για το σπίτι δεν πατούσα στο χώμα. Τώρα πως το βάζουν μέσα ; ευτυχώς το κρεβάτι μου ήταν πίσω από το παράθυρο του δρόμου. Το άνοιξα και το έχωσα κάτω από το κρεβάτι. συνεχίζεται...

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Νέο τεύχος Τύπος Κυνήγι.




-Σπάστε το "ρόδι" με παπιά!

Μαχόμενο περιοδικό για μαχόμενους αναγνώστες. Κυκλοφορεί αύριο Τετάρτη 5/01/11 και κάθε Τετάρτη, με τον Ελεύθερο Τύπο. Αν σέβεστε την κυνηγετική σας υπόσταση, μην το χάσετε!

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Η Επανιελιτσα μου 7 μηνων...!!!

Αναμνήσεις... του κ.Βασίλη από την Άνδρο !!!

Προσπαθώντας να καταλάβω το μένος ορισμένων «οικολόγων - καναπεδολόγων» για το κυνήγι, μου έρχονται
στο μυαλό αναμνήσεις από την εποχή που το γνώρισα. Πώς να τους δώσω να καταλάβουν ότι το κυνήγι είναι συναίσθημα
και δυστυχώς τα συναισθήματα δεν περιγράφονται . Όσο και αν προσπαθείς. Οι πιο πολλοί νομίζουν, ότι κυνήγι είναι να
πάρεις ένα όπλο και να βγεις να σκοτώνεις ότι βρεθεί μπροστά σου. Πόσο λάθος κάνουν. Κυνήγι είναι η συνάρτηση πολλών
διαφορετικών πραγμάτων και ενεργειών. Αγωνία, χαρά, λύπη, ενθουσιασμός, απογοήτευση, ελπίδα, εναλλάσσονται διαδοχικά
σε δευτερόλεπτα. Εκτός αυτού έχει εικόνες , πολλές εικόνες. Έχει μυρωδιές, πολλές μυρωδιές. Έχει τον ήλιο, τη συννεφιά, το
πούσι, τη βροχή, το χιόνι, το κρύο, τη ζέστη. Έχει κάποιες ιδιαίτερες στιγμές τόσο υπερβολικές, που στα μάτια των άλλων φαντάζουν
τρομερά ψέματα. Έχει τον κίνδυνο. Όσοι τα έχουν ζήσει και τα ζουν καταλαβαίνουν τι λεω. Δεν τα γράφω για να πείσω κανένα.
Δεν με ενδιαφέρει εξάλλου. Για αυτό θα μείνω μόνο στην απλή και λιτή περιγραφή, για το πώς ξεκίνησα εγώ.. Ήταν το 1960, σε
ηλικία 14 χρονών, όταν με έπαιρνε πότε-πότε, τις Κυριακές, ένας μπάρμπας μου να πάμε για τσίχλες και κοτσύφια στου Μακρυκώστα
το κτήμα, μετά το σταθμό του νέου Ηρακλείου προς Μαρούσι. Εκεί σήμερα είναι σχολές. Φυσικά αυτοκίνητο δεν υπήρχε και από την
Καλογρέζα, το κόβαμε με τα πόδια. Εγώ ήμουν ο μόνιμος τσαντατζής και απολάμβανα μόνο την θεωρία του κυνηγίου. Πέρασε ένας
χρόνος για να μου δώσει να ρίξω μια τουφεκιά σε ένα καθιστό κοτσύφι. Εποχή που το φυσίγγι μέτραγε και περιθώρια για σπατάλες δεν
υπήρχαν. Τα Χριστούγεννα του 1962 έχω πάει στους παππούδες στο χωριό. Ένα ορεινό χωριό, το όνομα του Τουρλάδα, πάνω από την
Κλειτορία. Τότε την λέγανε Μαζεΐκα. Με το που μπήκα στο σπίτι, το μάτι έπεσε στο δίκαννο με τα κοκόρια που κρεμόταν από την κρεμάστρα.
Ως συνήθως στην επαρχία τα όπλα κρέμονταν ή από καρφί στο τοίχο ή στην κρεμάστρα με τα ρούχα. Αμέσως άρχισε το κόλλημα στον
θείο, για το πότε θα πάμε κυνήγι. Ο θείος λόγω ηλικίας, είχε τις επιφυλάξεις του, αλλά εγώ τον έπεισα ότι ο άλλος θείος, στην Αθήνα, με έχει
κάνει πρωταθλητή. Έτσι ανήμερα Χριστούγεννα και ενώ όλο το χωριό θα πήγαινε στην εκκλησία, εμείς θα πηγαίναμε για φάσες. Περιττό να πω
πως την παραμονή το βράδυ, εγώ δεν έκλεισα μάτι. Άσε που είχα σηκωθεί μια ώρα νωρίτερα, πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι και έκοβα βόλτες .
Αφού πήραμε ένα πλήρες πρωινό, τσάι του βουνού και μαύρο ψωμί, ο θείος με κατατόπισε, για το που θα πάω, που θα κάτσω και τι θα κάνω άμα
δω τις φάσες. Μου έδωσε πέντε-έξη φυσίγγια και το κοκοροντούφεκο. Αυτός είχε πάρει δανεικό από άλλο θείο, ένα καινούργιο δίκαννο και βέβαια
δεν με άφηνε ούτε να το ακουμπήσω. Πάνω από το χωριό υπήρχε και υπάρχει ακόμα, ένα μικρό δάσος με πανύψηλες βελανιδιές . Εγώ θα πήγαινα
στην μια άκρη και ο θείος στην άλλη. Θα έπιανα το καρτέρι και θα καθόμουν ακίνητος, να μη με πάρουν χαμπάρι οι φάσες. Αυτές ήταν οι διαταγές
και βέβαια, τις βαράμε καθιστές, μη χάσουμε κανένα φυσίγγι. Το πούσι ήταν πυκνό αλλά εγώ ήξερα τα μέρη και μετά από δέκα λεπτά και κόντρα
στον ανήφορο, έφτασα. Συνήθως όταν ξημέρωνε το πούσι διαλυόταν σιγά-σιγά. Έχω βάλει πλάτη ένα βράχο και επιβλέπω γύρω-γύρω σαν περισκόπιο υποβρυχίου. Πράγματι μαζί με το ξημέρωμα άρχισε να κάνει κάποια κενά ή ομίχλη και τότε μπρος στα μάτια μου παρουσιάστηκε το μεγαλείο της φύσης.
Μια εικόνα που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου μέχρι σήμερα ζωντανή και θα μείνει όσο ζω. Ας έχουν περάσει σαράντα οκτώ χρόνια. Το χωριό κάτω
από τα πόδια μου, με τις καμινάδες να καπνίζουν προς τον ουρανό και ήχοι διάφοροι, σκόρπιοι, από τα ζώα. Μια κατσίκα να βελάζει, ένας κόκορας
να λαλεί, κάποιο γουρουνάκι να γρυλίζει, ένα γαϊδούρι σιγοντάριζε κι αυτό στον ήχο τις καμπάνας από την εκκλησία . Παράλληλα μυρωδιές, πολλές
μυρωδιές, από την πρωινή υγρασία, ανακατεμένες με την μυρωδιά του καμένου ξύλου. Η εικόνα να χάνεται μέσα στο πούσι και να ξανά παρουσιάζεται
στα κενά. Εγώ έχω ξεχάσει το σκοπό που ανέβηκα εκεί και κάθομαι ακίνητος, χαζεύοντας, ούτε ξέρω πόση ώρα. Θεέ μου το μεγαλείο σου. Εκεί πήρα
την - μεγάλη - απόφαση. Θα γίνω κυνηγός. Κάποια στιγμή που διαλύθηκε ή ομίχλη αποφάσισα να κουνηθώ. Ένα κοπάδι φάσες καμιά δεκαριά πουλιά
πέταξαν και έφυγαν. Ούτε που πρόλαβα να σηκώσω όπλο. Είχαν έλθει αθόρυβα μέσα στην ομίχλη και καθόντουσαν καμιά εικοσαριά μέτρα μακριά μου.
Αλλά και θόρυβο να κάνανε εγώ είχα χαζέψει, δεν θα τις άκουγα. Στο γυρισμό έφαγα και κατσάδα από το θείο. Μετά δυο ημέρες, στο καφενείο, στα
Μαζέικα, περιμένω το λεωφορείο για Αθήνα. Μπροστά μου, επάνω στο τραπέζι, ακουμπισμένα τα « Κυνηγετικά Νέα ». Τι ήταν αυτό. Τι όπλα, τι ιστορίες.
Δεύτερο χαστούκι. Την άλλη ημέρα στην Αθήνα έψαχνα στα περίπτερα της γειτονιάς. Τον επόμενο μήνα γράφτηκα συνδρομητής. Ήμουν ίσως ο μικρότερος συνδρομητής που είχε το περιοδικό. Μετά άρχισε η βόλτα στα οπλοπωλεία. Που με έχανες, που με έβρισκες, κολλημένος στις βιτρίνες με τις ώρες.
Εκείνος ο Καλκατζάκος είχε βαρεθεί να με βλέπει. Ότι καινούριο έβλεπα στη βιτρίνα του έμπαινα και ρώταγα. Συνεχίζεται ...