Μην κάθεστε:Μπροστά απο ταύρο,πίσω απο μουλάρι δίπλα σε βλάκες....Είναι επικίνδυνο.!!!

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα τουφέκι…

Η κυνηγετική παράδοση περνά από γενιά σε γενιά, όχι μόνο με μνήμες αλλά και με σπάνια κειμήλια, αυτά που φέρνουν επάνω τους ίχνη και συναισθήματα που καμιά αποτίμηση δεν μπορεί να τα μετρήσει.
Κάθε καλό παραμύθι που σέβεται τον εαυτό του, αλλά και τους παθιασμένους αναγνώστες του, ξεκινά με την γνωστή φράση «Μια φορά και έναν καιρό». Τούτο εδώ το παραμύθι θα ξεκινήσει διαφορετικά. Όχι γιατί δεν είναι καλό, αλλά γιατί δεν είναι παραμύθι!

Τότε, τα δύσκολα χρόνια. Τα χρόνια που καθετί είχε την αξία του, η οποία ήταν σεβαστή και έπιανε τόπο στην τσέπη, το μυαλό, την καρδιά και την συνείδηση όλων, εδώ στην Σύρα ζούσε ένας αγρότης. Ένας από τους πολλούς, που κέρδιζαν την ζωή τους με την αξίνα. Πάλευε με την γη από τα χαράματα μέχρι το βράδυ και ηρεμούσε τον θυμό της με νερό. Εκείνη, ως αντάλλαγμα, του γέμιζε τα κοφίνια με κάθε λογής χρωματιστά καλούδια, που τα πουλούσε στο παζάρι κάθε πρωί. Έτσι κυλούσαν οι ώρες, οι μέρες, τα χρόνια του. Έτσι, και με κυνήγι!

Τα χρόνια εκείνα το τουφέκι είχε ξεχωριστή αξία και, αν δεν έλειπε από το σπίτι, το κυνήγι εκτός από διασκέδαση, ήταν και η αιτία που το μενού του φτωχικού τραπεζιού περιείχε κρέας! Ο μπάρμπα Γιάννης λοιπόν, έτσι ίσως να έλεγαν τον πρωταγωνιστή της ιστορίας μας, συχνά αλώνιζε τα συριανά βουνά. Ήταν παθιασμένος με το κυνήγι και το τουφέκι του το πρόσεχε σαν τα μάτια του. Στο τέλος της βόλτας του η γάτα που είχε στην αυλή του, έπαιζε με τα πούπουλα από τα τρυγόνια που έπαιρνε ο αέρας του Σεπτέμβρη, καθώς εκείνος τα ετοίμαζε για να συνοδεύσουν το μπρούσκο ντόπιο κρασί που θα έτρεχε στον διψασμένο του λαιμό το μεσημέρι.

Οι χειμώνες ήταν δύσκολοι τόσο για τον μπάρμπα Γιάννη, όσο και για την γάτα που δεν είχε όρεξη για παιχνίδια και κουλουριαζόντανε μπροστά στο τζάκι, περιμένοντας καρτερικά το μερτικό της από τα τσιχλικότσυφα και τις μπεκάτσες που μοσχοβολούσαν το παρακούζινο με την σπαθωτή ταράτσα. Τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος δεν απέκτησε παιδιά. Έφτασε όμως η ώρα, στο μυαλό του, να μοιράσει το βιος που με κόπο και ιδρώτα έφτιαξε. Έτσι όπως κάνουν οι νοικοκυραίοι.

Δυο ανίψια είχε, δυο αγόρια και σε εκείνα θα άφηνε τα πάντα, αφού αυτοί ήταν τα αγαπημένα του πρόσωπα. Αυτοί αναπλήρωναν τα παιδιά που δεν είχε. Αυτοί έτρεξαν για τον γιατρό με την λάμπα του πετρελαίου τον χειμώνα, όταν ο πυρετός έκαιγε το μέτωπο του κουρασμένου θείου τους. Αυτοί ρωτούσαν μήπως και του λείπει τίποτα, ή μήπως έχει καμιά ανάγκη. Καλά παιδιά και οι δυο τους! Τον έναν όμως τον ξεχώριζε, τον μετρούσε αλλιώς. Να φταίει ότι ήταν ο πιο μικρός, ή ότι ήταν όλο χαμογελαστός; Δεν έμαθα ποτέ μου.
Το χέρι του έτρεμε πάνω στο χαρτί και το μολύβι έκανε πολύ κόπο να γράψει ίσια τα λιγοστά γράμματα που ήξερε ο μπάρμπας.
« Αγαπημένα μου παιδιά.
Εκτός από την ευχή μου για την αγάπη και τον σεβασμό που μου δείξατε όλα τα χρόνια, σας αφήνω τα υπάρχοντά μου, τα οποία έκανα με πολύ κόπο. Δεν είναι βέβαια πολλά, αλλά σας τα δίνω με περίσσια αγάπη.
Το σπίτι που μένω το αφήνω στον Μάρκο, τον μεγάλο, να με συμπαθεί όμως γιατί δεν μπόρεσα να το ασπρίσω φέτος. Δεν βαστάνε τα κουράγια μου πια, χέρια και πόδια με προδώσανε.
Στον μικρό, τον Ισίδωρο, αφήνω το τουφέκι μου, που πολύ αγάπησα, μιας και το κυνήγι ήταν για μένα κάτι ξεχωριστό.
Να το προσέχεις Σιδερή μου! 
Παιδί μου Μάρκο σχώρα με που σε αδικώ, αλλά στον μικρό πάντα είχα αδυναμία και το ξέρεις. Με αγάπη, της μάνας σας ο αδελφός, ο Γιάννης
Το τουφέκι του συχωρεμένου του μπάρμπα Γιάννη, ακόμα ανήκει στα περιουσιακά στοιχεία του μπάρμπα, πλέον, Σιδερή. Δεν κόσμησε όμως ποτέ καμιά οπλοθήκη. Ποτέ δεν έκανε παρέα με άλλα τουφέκια και ποτέ δεν ξαναπήγε στο βουνό, μιας και ο Σιδερής ποτέ δεν έγινε κυνηγός. Κάποιες Κυριακάδες όμως, όταν θυμάται τον θείο του και τον πιάνει το παράπονο, το βγάζει από την ντουλάπα. Το λαδώνει, του μιλάει και το ξαναβάζει για ύπνο μαζί με την ανάμνηση του καλού του θείου.

Κάποιοι μιλάνε τώρα, τα εύκολα τα χρόνια, για φετίχ. Κάποιοι άλλοι όμως, από το παρελθόν, μας δίδαξαν τι σημαίνει «ξεχωριστό», «μοναδικό». Μας έμαθαν, ή προσπάθησαν να μας μάθουν, ότι το τουφέκι είναι μια ολόκληρη περιουσία, η οποία περνά μόνο σε χέρια αγαπημένου, δεν πωλείται!

Η ιστορία είναι πραγματική, τα ονόματα αλλάζουν μόνο και λίγο η πλοκή για να μην εκτεθεί κανένας, μιας και το χούι μας είναι να τα παρεξηγούμε όλα. Τα συναισθήματα όμως μένουν ίδια και τέτοια θα μένουν για όσους ξέρουν να εκτιμούν και να θυμούνται!
Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου ΚΥΝΗΓΙ στις 28/12/2011. Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: